Περί διακοπών ο λόγος

Μπήκε ο Ιούνιος.

Και κάθε μέρα που περνά, μας φέρνει όλο και πιο κοντά στις διακοπές.

Αυτές, που περιμένουμε κάθε χρόνο πως και πως, έστω κι αν είναι λίγες μέρες.

Αυτές, που μας κρατάνε συντροφιά κάτι βράδια σκοτεινά, που ρίχνουν λίγο φως στα ζόρια τα μεγάλα.

Διακοπές απ’ τη ζωή την υπόλοιπη.

Όμως δεν είναι αυτόφωτες οι διακοπές.

Ορίζονται και χρωματίζονται από όλα τα άλλα, τα πριν, και τα μετά από αυτές.

Οι διακοπές είναι οι επιλογές σου, κάθε στιγμή, οι αντιδράσεις σου στη βία, στην προσβολή.

Είναι τα λεφτά που έχεις ή δεν έχεις, και τι κάνεις ή δεν κάνεις με αυτά.

Είναι πως περνάς τις Κυριακές σου, αν δε δουλεύεις.

Τι κάνεις όταν ξαφνικά και αναπάντεχα κάτι ακυρώνεται, και μένει για λίγο η μέρα χωρίς πρόγραμμα.

Είναι τα παιδιά σου, τα δικά σου αν έχεις, και των άλλων, και πως τους μιλάς, και πως τα κοιτάς. Και τι νομίζεις ότι είναι τα παιδιά αυτά, μέσα, βαθιά, στα ανεξερεύνητά σου, πού τα τοποθετείς.

Αυτό που καθορίζει τις διακοπές σου, είναι το πόσο χαμογελάς, και το πόσο κλαις, και το πόσο εκφράζεσαι, και αν είσαι αυθόρμητος, αν αφήνεσαι ή μαγκώνεσαι, αν φροντίζεις και φροντίζεσαι.

Είναι το αν σκέφτεσαι ατομικά ή συλλογικά, ή και τα δύο, σε ένα πάντρεμα που προφυλάσσει τις ανάγκες σου απ’ τη μια, και κάνει άνοιγμα θαρραλέο στη ζωηφόρο ομαδικότητα, απ’ την άλλη.

Είναι το γιατί υπάρχεις, τι στόχους έχεις, τι περιθώρια σου δίνονται για να αλλάξεις εσύ και ο κόσμος, και τι κάνεις γι’ αυτό.

Οι διακοπές σου έχουν άμεση σχέση με τη ζωή σου.

Γιατί η ζωή σου δεν είναι οι διακοπές σου, το λέει και η λέξη. Οι διακοπές διακόπτουν τη ροή της ζωής.

Εφευρέθηκαν τα τελευταία χρόνια, που οι άνθρωποι δουλεύουμε σαν τρελοί για κάποιους άλλους, και μας δόθηκαν σαν αντίδοτο, μια μικρή ψευδαίσθηση, ότι για λίγες μέρες το χρόνο, θα μπορούμε να υπάρχουμε όπως θέλουμε εμείς.

Εμείς, που ζούμε την κάθε μέρα στο κουτί που μας φτιάξανε, εμείς, που προσπαθούμε να βγούμε απ’ αυτό, άλλοτε πηδώντας, άλλοτε σκαρφαλώνοντας αργά στα σκοτεινά, κι άλλοτε ουρλιάζοντας, μήπως και ακούσει κανείς εκεί έξω.

Εμείς, που προσπαθούμε κάθε μέρα να κάνουμε τρύπες στο κουτί μας, και να κοιτάξουμε απ’ έξω την ήρεμη παραλία που μας περιμένει, εκεί που όλοι ζουν ισότιμα, μικροί και μεγάλοι, και αγαπούν και αγαπιούνται, και δουλεύουν και χαίρονται, και νιώθουν ότι αξίζουν να υπάρχουν, και αλληλεπιδρούν με ελευθερία και σεβασμό, κάνοντας παράλληλα με θάρρος, απολαυστικές βουτιές στη θάλασσα, και στο μέσα τους.

Την ήρεμη παραλία όχι των διακοπών που πλησιάζουν.

Αλλά των διακοπών, και της ζωής, που μας αξίζουν.

Αγκαλιάζοντας τον άλλον όπου κι αν είναι, όπως κι αν είναι

Σήμερα το πρωί ξύπνησα με όρεξη να τηρήσω το πρόγραμμά μου. Εδώ και αρκετές μέρες είχα βγει απ’ αυτό, λόγω ασθενειών και διαφόρων άλλων θεμάτων που δε με άφηναν να προχωρήσω τις δουλειές μου και να μείνω μέσα στα κουτάκια μου όμορφα κι ωραία.

Είχα φτιάξει τον καφέ μου, είχα και το λουλουδάκι μου στο βάζο παρέα με τις αγαπημένες μου ξύλινες σβούρες, κι εκεί που ετοιμαζόμουν να ανοίξω υπολογιστή και να αρχίσω επιτέλους να δουλεύω αυτά που θέλω, μου λέει ο άντρας μου ότι κάτι σημαντικό προέκυψε και πρέπει να αλλάξω το πρόγραμμα της ημέρας μου, για λίγο.

Αγκαλιάζοντας τον άλλον όπου κι αν είναι, όπως κι αν είναι

Και όπως μου το λέει, νιώθω το στομάχι μου να γίνεται κόμπος. Νιώθω το κεφάλι μου να καίει, και άρχισα νευρικά να σκουπίζω την κουζίνα χωρίς να μιλάω.

«Τι έπαθες?», μου λέει.

«Δεν μπορώ, όχι δεν το κάνω, άσε με ήσυχη, δεν κάνω τίποτα», του απαντάω, συνεχίζοντας να σκουπίζω ενώ δεν υπήρχε ίχνος σκόνης να σκουπίσω πια.

Με άφησε λίγο μόνη μου. Αφού ξαναπροσπάθησε να μου μιλήσει δυό-τρεις φορές χωρίς αποτέλεσμα, μετά από λίγο επανέρχεται και με ξαναρωτά: «Τι έγινε, πες μου». Κι εγώ τότε, κάθομαι σε μια καρέκλα, πιάνω το κεφάλι μου κι αρχίζω: «Ξέρω, έχω πρόβλημα. Δε θέλω να βγαίνω απ’ το πρόγραμμά μου. Τα είχα τόσο ωραία τακτοποιημένα όλα για σήμερα. Και έρχεσαι και μου λες ότι κάτι πρέπει να αλλάξει, και παθαίνω ντελίριο. Δε μπορώ, δε θέλω, θέλω την ηρεμία μου, την προβλεψιμότητά μου, δε θέλω απρόοπτα, δε θέλω έκτακτα. Αφήστε με στην ησυχία μου, σας παρακαλώ».

Κι αφού τα είπα αυτά, σε έντονο ύφος, περίμενα για λίγο.

Περίμενα την κριτική, την αντίδραση, την επίκριση, κάτι του στυλ «Μα πως κάνεις έτσι, δεν σου είπα δα να κάνεις και κάτι φοβερό, μισή ώρα υπόθεση είναι» κλπ κλπ κλπ.

Αντ’ αυτού όμως, έλαβα μια μικρή σιωπή.

Και μετά άκουσα μια φράση: «Το καταλαβαίνω. Σε καταλαβαίνω».

Και μετά είδα δυό χέρια να ανοίγουν, για να με πάρουν αγκαλιά.

Δίστασα λίγο, γιατί δεν είχα όρεξη για αγκαλιά εκείνη τη στιγμή, αλλά μετά χώθηκα μέσα στα χέρια αυτά.

Και μιλώντας παράλληλα, λέγοντας το παράπονό μου πάλι, που δεν μπορώ, που πιέζομαι, που τα κάνω λάθος, το ξέρω, αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, ήταν δυό χέρια τυλιγμένα γύρω μου και μια φωνή που μου ψιθύριζε: «Ναι, το ξέρω, έτσι είναι».

Και μετά κάτσαμε κάτω κ το συζητήσαμε, και όλα μπήκαν σε μια πιο ρεαλιστική βάση. Κατάλαβα ότι αυτό που μου ζήτησε ό άντρας μου έπρεπε να γίνει σήμερα, και είδα, με ηρεμία, ότι δεν άλλαζε και τόσο πολύ το πρόγραμμά μου τελικά.

Όλα αυτά τα παραπάνω έγιναν σε ένα χρονικό διάστημα 5-10 λεπτών, εν μέσω της πρωινής τρέλας του να ετοιμαστούμε για τη μέρα που είχε ήδη ξεκινήσει δυναμικά.

Ξέρω ότι έχω θέμα με τις λίστες μου και τα προγράμματά μου, και αν με βγάλεις απ’ αυτά ταράζομαι, όχι πάντα, αλλά ταράζομαι, και δεν μπορώ εύκολα να το διαχειριστώ.

Και με ζορίζει που αυτό είναι ένα κομμάτι μου που δεν μπορώ να “φτιάξω”. Είναι από τα δυσκολάκια μου.

Αλλά ξέρω κι απ’ την άλλη, πως τίποτα δε φτιάχνει από τη μια μέρα στην άλλη. Βασικά πιστεύω ότι τίποτα δε φτιάχνει βάσει προγράμματος  –ναι, το λέω εγώ, η ιέρεια του προγράμματος!

Το σώμα μου είναι καλά όχι όταν μετράω θερμίδες, αλλά όταν είμαι ήρεμη και ισορροπημένη.

Η δουλειά μου πάει καλά όχι όταν βάζω αυστηρά χρονοδιαγράμματα, αλλά όταν αφήνομαι στο βίωμα της κάθε εμπειρίας και της δίνω τον χρόνο και την προσοχή που χρειάζεται.

Η σχέση μου με το παιδί μου πάει καλά όταν δεν κοιτάζω ρολόγια και παίζω μαζί του γελώντας και χορεύοντας.

Η σχέση μου με τον άντρα μου ανθίζει όταν αφήνουμε τις προσδοκίες (μια μορφή ελέγχου, μια μορφή προγράμματος είναι κι αυτές), κι αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλον όπως είναι την κάθε μικρή στιγμή της ζωής.

Κατανόηση και μια αγκαλιά με έκαναν σήμερα το πρωί να ηρεμήσω.

Γιατί ένιωσα αποδεκτή, ένιωσα ότι όλο αυτό που περνάω είναι οκ, ότι δε θα κριθώ γι’ αυτό, δε θα παραμεριστώ, δε θα μείνω μόνη.

Οι αλλαγές δεν έρχονται μέσα από την επίκριση.

Ποτέ κανείς δεν αδυνάτισε ακούγοντας: «Σταμάτα να τρως!»

Ποτέ κανείς δεν έπαψε να αγχώνεται στο άκουσμα της φράσης: «Μην αγχώνεσαι!»

Αν μας αποδεχτούν γι’ αυτό που είμαστε κάθε στιγμή, αν μας ανοίξουν την αγκαλιά τους οι άνθρωποι γύρω μας, και δε μας διώξουν με λόγια κοφτερά κι απότομα, τότε θα αρχίσουμε να αποδεχόμαστε κι εμείς τον εαυτό μας.

Και μόνο αν αποδεχτούμε όλα μας τα κομμάτια, τότε μπορεί να αρχίσει να έρχεται κι η αλλαγή.

Η αλλαγή, που δε σταματά ποτέ, γιατί ποτέ δε θα φτάσουμε σε κανένα ιδεατό σημείο.

Θα μπορούμε όμως να αγκαλιάζουμε τις πληγές μας, και να τις επουλώνουμε, μέχρι να ανοίξουν οι επόμενες.

Νέες πληγές δε θα πάψουν να ανοίγουν.

Αλλά αν έχουμε αγκαλιαστεί αρκετά, τότε θα έχουμε μάθει τον τρόπο, να τις κλείνουμε.

Όταν συναντήθηκαν η κοκκινοσκουφίτσα, ο λύκος και το Τώρα

Από τότε που γεννήθηκε ο Χρήστος, 6 και κάτι χρόνια τώρα,έχω εντοπίσει κάτι σε μένα: Βαριέμαι να παίξω. Μιλάμε βαριέμαι πολύ, πάρα πολύ. Όποτε μου ζητάει να παίξουμε, με λούζει κρύος ιδρώτας. Και ελάχιστες φορές μέσα σ’ αυτά τα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου να παίζω με χαρά, άνετη και χαλαρή, μαζί με το παιδί. Συνήθως παίζω και σκέφτομαι κάτι άλλο, ή δεν παίζουμε και κάνουμε κάτι που συμφωνούμε παρέα: διαβάζουμε βιβλίο, μαγειρεύουμε,τακτοποιούμε κλπ. κλπ.

Και βλέπω κάποιες άλλες μαμάδες να παίζουν και να γελάνε με τα παιδιά με τις ώρες, και με τα δικά τους παιδιά, και με άλλα παιδιά, και λέω: Μα τι γίνεται ρε φίλε, που τη βρίσκουν την όρεξη?

Πριν λίγες μέρες λοιπόν, μόλις είχαμε τελειώσει το φαγητό, μου είπε για τρισχιλιοστή πεντακοσιοστή έκτη φορά στη ζωή του: «Μαμά, θέλεις να παίξουμε?». Και επειδή η διάθεσή μου ήταν πολύ καλή εκείνη τη στιγμή, του απάντησα θετικά χωρίς να το πολυσκεφτώ, με μεγάλη άνεση και όρεξη.

Ξεκινήσαμε λοιπόν να παίζουμε τον κακό λύκο και την κοκκινοσκουφίτσα, ανταλλάζοντας ρόλους ανά διαστήματα, και κάνοντας ό,τι μας κατέβει: Τρέχαμε γύρω-γύρω στο σαλόνι, φωνάζαμε, θυμώναμε, γελούσαμε, απ’ όλα.

Όταν συναντήθηκαν η κοκκινοσκουφίτσα, ο λύκος και το Τώρα

Ήμουν σε ένα παραλήρημα. Σαν μικρό παιδί γελούσα και έτρεχα πάνω-κάτω, κι έβλεπα και το Χρήστο να είναι τόσο, μα τόσο χαρούμενος και ενθουσιασμένος.

Κι ενώ τα έκανα όλα αυτά τα παλαβά, τα τόσο έξω από μένα, ενώ αφέθηκα στην εμπειρία χωρίς να το σκεφτώ, μέσα σε μια τόση δα στιγμή, ξαφνικά, μου ήρθε η επιφοίτηση:

Και κατάλαβα γιατί μπορούσα επιτέλους να παίξω.

Εκείνο το μεσημέρι μπορούσα να παίξω,

Γιατί ζούσα στο Τώρα.

Αυτό το Τώρα που όλο το συζητάμε, που όλο λέμε «Ζήσε τη στιγμή», «Ζήσε το τώρα», αλλά σπάνια το κάνουμε πραγματικά.

Και πώς κατάλαβα ότι ζούσα στο Τώρα?

Γιατί το μυαλό μου ήταν τελείως άδειο από σκέψεις, και 100% αφοσιωμένο σε αυτό που έκανα, κάθε στιγμή.

Όταν έτρεχα γύρω-γύρω από το σαλόνι, ένιωθα τα πόδια μου να τραντάζονται και το γέλιο να πλημμυρίζει το στόμα μου. Και απολύτως τίποτε άλλο.

Όταν έκλεινα τα μάτια για να κρυφτεί ο Χρήστος, άκουγα τους ήχους γύρω μου, και ένιωθα τα βλέφαρά μου να ακουμπούν απαλά στους βολβούς των ματιών μου. Και απολύτως τίποτε άλλο.

Κι όταν στο τέλος, εξαντλημένη από το τρέξιμο, ξάπλωσαφαρδιά-πλατιά πάνω στο χαλί, ένιωσα το σώμα μου να απλώνεται κάτω στη γη, και την καρδιά μου να ρίχνει σιγά-σιγά τους παλμούς της . Και απολύτως τίποτε άλλο.

Ήμουν εκεί, χωρίς καμία σκέψη να με πηγαίνει κάπου αλλού από το Τώρα.

Συνειδητή 100% σε αυτό που κάνω, χωρίς καμιά απόσπαση, έζησα μια μεταμορφωτική εμπειρία που με έκανε να συνειδητοποιήσω πως είναι να ζεις αληθινά.

Και ξέρετε, το έχω ξανακάνει. Αυτό, το να ζω στο Τώρα. Αλλά για πολύ λιγότερο χρόνο, για 2-3 λεπτά το πολύ. Μετά πάλι παρασυρόμουν από το μυαλό μου, και τα πρέπει, και τις δουλειές μου και τις λίστες μου.

Όμως πρώτη φορά το έζησα τόσο πολύ, και τόσο έντονα.

Έγινα ξανά παιδί, σαν το παιδί μου, κι έπαιξα όπως μου αξίζει.

Κι έζησα όπως μου αξίζει.

Από τότε, προσπαθώ σχεδόν συνέχεια να είμαι συνειδητή σε αυτό που κάνω, κάθε στιγμή.

Να βγάζω το πιάτο από την πιατοθήκη και να νιώθω την υφή του, και το χέρι μου καθώς κινείται. Και τίποτε άλλο.

Να ντύνομαι και να νιώθω την κίνηση του ρούχου και του κορμιού μου καθώς ετοιμάζονται να συναντηθούν. Και τίποτε άλλο.

Καθετί που κάνω κάθε μικρή στιγμή, θέλω να είναι συνειδητό.

Γιατί έτσι ανακάλυψα ότι όχι μόνο ζω αληθινά, αλλά συνδέομαι και με τον εαυτό μου, και καταλαβαίνω επιτέλους, σιγά-σιγά, ποια είμαι.

Ζώντας με συνείδηση κάθε στιγμή, αρχίζει και ξεδιπλώνεται μπροστά μου ο εαυτός μου, αυτός ο μεγάλος άγνωστος που τόσα χρόνια ψάχνω ναβρω.

Κάθε συνειδητή στιγμή, με φέρνει κι ένα βήμα πιο κοντά του.

Κι ένα βήμα πιο κοντά στους ανθρώπους που αγαπώ, και σε ότι αξίζει να ζούμε στη ζωή αυτή.

Καλές γιορτές με συνείδηση λοιπόν θα πω φέτος. Βάζουμε την κόκκινη κάπα μας, παίζουμε απελευθερωμένοι από τα δεσμά του μυαλού μας, και αφηνόμαστε σε ό,τι φέρνει κάθε στιγμή της ζωής μας.

Χρόνια μας πολλά!

Older posts →