Γράμμα από ένα παιδί πρώτης δημοτικού

Χτες το πρωί, βρήκα ένα γράμμα στην πόρτα μου.

Ήταν από ένα παιδί της πρώτης δημοτικού.

Έγραφε με στρογγυλά, όμορφα γράμματα, τα παρακάτω:

«Είμαι 6 χρονών. Έχω μάθει ήδη, να γράφω και να διαβάζω αρκετές λέξεις. Παίζω, γελάω, είμαι χαρούμενος. Αλλά καμιά φορά πιέζομαι.

Και ίσως να μην το βλέπετε εσείς οι μεγάλοι. Ίσως να μην έχω κι εγώ τη δύναμη πάντα να το πω.

Αλλά πιέζομαι.

Δεν μπορώ να κάνω με ευκολία όμορφα και στρογγυλά τα γράμματα.

Το χέρι μου δεν είναι ακόμα έτοιμο.

Αλλά προσπαθώ, γιατί βλέπω πόσο πολύ το θέλουν και η δασκάλα μου, και οι γονείς μου.

Και πιέζομαι να γράφω τα φυλλάδια στο σπίτι. Και την αντιγραφή.

Το κουκλόσπιτό μου με περιμένει να παίξουμε, αλλά εγώ δεν προλαβαίνω πάντα.

Έχω διάβασμα.

Και μετά έχω και δραστηριότητα.

Αλλά εγώ θέλω να παίξω. Και θέλω να τρέξω. Χωρίς κανόνες, ελεύθερα κι απλά.

Και το θέλω όχι από καπρίτσιο. Το θέλω γιατί αυτό έχει ανάγκη το σώμα μου. Αυτό έχει ανάγκη η ηλικία μου.

Δε με νοιάζει, δε θέλω να μάθω από τώρα αγγλικά.

Είμαι χαρούμενος, είμαι γελαστός, αλλά καμιά φορά πιέζομαι.

Γράμμα από ένα παιδί πρώτης δημοτικού

Στο σχολείο είμαι τόσες ώρες καθισμένος σε μια καρέκλα.

Και στο διάλειμμα ίσα που προλαβαίνω να ξεμουδιάσω, και το κουδούνι χτυπάει ξανά.

Ακολουθώ τους κανόνες, υπακούω, και ξέρω πως πρέπει να το κάνω, αλλά κι αυτό με πιέζει.

Δεν είναι εύκολο για μένα να μπω σε καλούπια, είμαι μόλις 6 χρονών.

Θα μπω όμως, και θα μάθω αυτά που πρέπει να μάθω, και όλα θα γίνουν όπως πρέπει να γίνουν.

Έχω καταλάβει πως λειτουργεί η κοινωνία μας, μη με νομίζετε μικρό.

Όλα τα ξέρω κι όλα τα καταλαβαίνω.

Θέλω όμως να σας ζητήσω μια χάρη:

Να με αφήνετε να παίζω λίγο παραπάνω.

Και να χαίρεστε όταν προσπαθώ.

Κι όχι μόνο όταν κάνω στρογγυλά γράμματα.

Και να μη μου φωνάζετε.

Γιατί προσπαθώ πολύ, πάρα πολύ.

Μπορεί να μην το βλέπετε, μπορεί να μην το λέω, αλλά το κάνω. Πάντα, κάθε στιγμή.

Είμαι μικρός. Αλλά είμαι και μεγάλος.

Θέλω χώρο, αγκαλιά, κι αποδοχή των αναγκών μου.

Και λιγότερα φυλλάδια».

Πριν ξαναφωνάξεις στο παιδί, διάβασε αυτό

Πας στη δουλειά το πρωί, και το αφεντικό σου σε ταπεινώνει μπροστά σ’ όλους τους συνεργάτες σου. Κι εσύ δε λες τίποτα, την έχεις τόσο ανάγκη αυτή τη δουλειά.

Μιλάς με τη μάνα σου στο τηλέφωνο, και αρχίζει πάλι να σου λέει για τα λάθη σου, και πως ποτέ δεν την άκουσες, κι αν την άκουγες όλα τώρα θα ‘ταν μια χαρά. Κι εσύ της απαντάς ένα βιαστικό «έχεις δίκιο» για να την κλείσεις όσο γίνεται πιο γρήγορα.

Γυρνάς στο σπίτι, κι ο άντρας σου αρχίζει και γκρινιάζει γιατί πάλι δεν έχει να φάει κάτι της προκοπής, και ψάχνει τόση ώρα και τις κάλτσες του και δεν τις βρίσκει. Κι εσύ τον ακούς, αλλά είσαι τόσο κουρασμένη για να απαντήσεις και να τσακωθείς.

Πριν ξαναφωνάξεις στο παιδί, διάβασε αυτό

Και μετά εμφανίζεται το παιδί. Το μικρό σου το παιδί, που δε σ’ έχει δει καθόλου όλη μέρα. Κι αρχίζει να χοροπηδά πάνω σου, και θέλει να παίξετε, και θέλει να σου δείξει και να σου πει όλα αυτά που έκανε, και από τη χαρά και την έντασή του πέφτει και γλιστράει, παίρνει κι ένα τραπεζάκι παρέα, και πάρ’ το κάτω και το βάζο της νονάς.

Και ξαφνικά το παιδί σου μεταμορφώνεται στο διευθυντή σου. Κι ακούει όλα αυτά που δεν είχες τα κότσια να του ξεστομίσεις το πρωί, που ποιος νομίζει ότι είναι που μπορεί να φέρεται έτσι χωρίς να υπολογίζει τον άλλον.

Ξαφνικά το παιδί σου γίνεται και η μάνα σου, κι ακούει όλα αυτά που θες τόσα χρόνια να της πεις, που σε έχει ζαλίσει με τα κηρύγματά της και δεν αντέχεις άλλο να την ακούς.

Και γίνεται κι ο άντρας σου, αυτός ο άντρας που άλλαξε τόσο πολύ τον τελευταίο καιρό κι είναι ανυπόφορος, κι απίστευτα κουραστικός, που δεν μπορείς ούτε να τον βλέπεις.

Το παιδί σου, ο σάκος του μποξ. Για όλα αυτά που δεν έχεις τολμήσει να πεις, για όλα αυτά που δεν μπορείς να αλλάξεις. Γιατί το παιδί είναι αδύναμο, είναι εύκολο να αναμετρηθείς με το παιδί, αλλά δύσκολο με τους ενήλικες και τα προβλήματά σου.

Και το παιδί σου, μαθαίνει να κουβαλά με υπομονή όλα σου τα βάρη, όλα σου τα ξεσπάσματα, είναι πάντα εκεί, έτοιμο να σε ξαλαφρώσει.

Γιατί σ’ αγαπάει πολύ. Και δίνει για σένα, ολάκερη την παιδική του ηλικία.

Την επόμενη φορά που θα φωνάξεις στο παιδί, σκέψου σε ποιον φωνάζεις πραγματικά. Και θυμήσου ότι μπορεί να είναι ένα παιδί, αλλά έχει δικαιώματα στη ζωή.

Έχει δικαίωμα να ζήσει χωρίς φωνές, με αξιοπρέπεια, με αγάπη άνευ όρων, με αναγνώριση της μοναδικής του αξίας, και με πολλές αγκαλιές.

Έχει τα ίδια δικαιώματα μ’ εσένα.

 

***Το κείμενο το ‘γραψα πριν 2 χρόνια εδώ. Το θυμήθηκα πριν λίγες μέρες, που ενώ παίζαμε με τον Χρήστο πολύ όμορφα με πηλό, ξαφνικά του ‘βαλα τις φωνές γιατί είχα μιλήσει με έναν δικό μου άνθρωπο στο τηλέφωνο νωρίτερα κι είχα θυμώσει πολύ…***

Πώς είναι μια γυναίκα σε πένθος?

Κάθομαι κι αναρωτιέμαι πως είναι ένας άνθρωπος που πενθεί: Προσπαθώ να βγω απ’ το σώμα μου, και να με δω απ’ έξω, σαν παρατηρητής. Να δω ποια είμαι, να επαναπροσδιορίσω την ταυτότητά μου μετά το χαμό του δεύτερου παιδιού μου, που το καλοκαίρι, λίγο πριν μπω στον 8ο μήνα της εγκυμοσύνης μου, το γέννησα νεκρό.

Πώς είναι μια γυναίκα σε πένθος

Κι όταν το κάνω, όταν με παρατηρώ, εντοπίζω τόσα πολλά:

-Βλέπω μια γυναίκα που έχει ακόμα τα κιλά της εγκυμοσύνης, που οι γκρίζες της ρίζες μακραίνουν όλο και πιο πολύ, και που δεν έχει ρούχα να φοράει γιατί τίποτα δεν της κάνει

-Βλέπω μια γυναίκα που μαγειρεύει μέρα-νύχτα γιατί τώρα πια, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, δεν αντέχει να κάθεται

-Βλέπω μια γυναίκα που προσπαθεί να συνδεθεί με τις γυναίκες γύρω της, μέσα απ΄τα κοινωνικά δίκτυα, μέσα από μηνύματα, κι από καφέδες, κι αγκαλιές και σιωπές

-Βλέπω μια γυναίκα που προσπαθεί να γεμίσει τα κενά, που τώρα θα ‘ταν γεμάτα από πάνες, και κλάματα, και ξενύχτια και θηλασμούς

-Μια γυναίκα που προσπαθεί να δώσει νόημα σ’ αυτά τα κενά, μήπως και πλησιάσουν έστω και λίγο το αίσθημα του να κρατάς ένα παιδί στα χέρια σου. Κι έτσι κάνει τόσο ωραία πράγματα, προσφέρει, δημιουργεί, γράφει, ψήνει και πλάθει, κι αγκαλιάζει, κι αγγίζει…

-Αλλά βλέπω και μια γυναίκα που παρηγορεί τη θλίψη της από δω κι από ‘κει: σε ένα τσιγάρο, σε ένα γλυκό, σε ένα ποτό και σ’ ένα ποστ σαν κι αυτό

-Και τη βλέπω να βουρκώνει και να κλαίει πιο συχνά από πριν, σε άσχετες στιγμές, εκεί που κανείς, ούτε αυτή η ίδια, δεν το περιμένει

-Και βλέπω που ‘χει γαλήνη η ζωή της, αυτή τη γαλήνη που είχε το πεντάμορφο παιδί της όταν το αντίκρυσε για πρώτη και τελευταία φορά μετά τη γέννα.

Και τη βλέπω πιο συνειδητοποιημένη, πιο πλούσια, πιο φωτεινή και πιο σοφή από ποτέ.

Γιατί προχωρά παρέα με τα δυό της παιδιά, που το καθένα από τη θέση του της δείχνουν το δρόμο που αξίζει να ακολουθήσεις στη ζωή, αυτό το δρόμο που έψαχνε απεγνωσμένα, χρόνια τώρα.

Κι επιτέλους τον βρήκε.