Πριν ξαναφωνάξεις στο παιδί, διάβασε αυτό

Πας στη δουλειά το πρωί, και το αφεντικό σου σε ταπεινώνει μπροστά σ’ όλους τους συνεργάτες σου. Κι εσύ δε λες τίποτα, την έχεις τόσο ανάγκη αυτή τη δουλειά.

Μιλάς με τη μάνα σου στο τηλέφωνο, και αρχίζει πάλι να σου λέει για τα λάθη σου, και πως ποτέ δεν την άκουσες, κι αν την άκουγες όλα τώρα θα ‘ταν μια χαρά. Κι εσύ της απαντάς ένα βιαστικό «έχεις δίκιο» για να την κλείσεις όσο γίνεται πιο γρήγορα.

Γυρνάς στο σπίτι, κι ο άντρας σου αρχίζει και γκρινιάζει γιατί πάλι δεν έχει να φάει κάτι της προκοπής, και ψάχνει τόση ώρα και τις κάλτσες του και δεν τις βρίσκει. Κι εσύ τον ακούς, αλλά είσαι τόσο κουρασμένη για να απαντήσεις και να τσακωθείς.

Πριν ξαναφωνάξεις στο παιδί, διάβασε αυτό

Και μετά εμφανίζεται το παιδί. Το μικρό σου το παιδί, που δε σ’ έχει δει καθόλου όλη μέρα. Κι αρχίζει να χοροπηδά πάνω σου, και θέλει να παίξετε, και θέλει να σου δείξει και να σου πει όλα αυτά που έκανε, και από τη χαρά και την έντασή του πέφτει και γλιστράει, παίρνει κι ένα τραπεζάκι παρέα, και πάρ’ το κάτω και το βάζο της νονάς.

Και ξαφνικά το παιδί σου μεταμορφώνεται στο διευθυντή σου. Κι ακούει όλα αυτά που δεν είχες τα κότσια να του ξεστομίσεις το πρωί, που ποιος νομίζει ότι είναι που μπορεί να φέρεται έτσι χωρίς να υπολογίζει τον άλλον.

Ξαφνικά το παιδί σου γίνεται και η μάνα σου, κι ακούει όλα αυτά που θες τόσα χρόνια να της πεις, που σε έχει ζαλίσει με τα κηρύγματά της και δεν αντέχεις άλλο να την ακούς.

Και γίνεται κι ο άντρας σου, αυτός ο άντρας που άλλαξε τόσο πολύ τον τελευταίο καιρό κι είναι ανυπόφορος, κι απίστευτα κουραστικός, που δεν μπορείς ούτε να τον βλέπεις.

Το παιδί σου, ο σάκος του μποξ. Για όλα αυτά που δεν έχεις τολμήσει να πεις, για όλα αυτά που δεν μπορείς να αλλάξεις. Γιατί το παιδί είναι αδύναμο, είναι εύκολο να αναμετρηθείς με το παιδί, αλλά δύσκολο με τους ενήλικες και τα προβλήματά σου.

Και το παιδί σου, μαθαίνει να κουβαλά με υπομονή όλα σου τα βάρη, όλα σου τα ξεσπάσματα, είναι πάντα εκεί, έτοιμο να σε ξαλαφρώσει.

Γιατί σ’ αγαπάει πολύ. Και δίνει για σένα, ολάκερη την παιδική του ηλικία.

Την επόμενη φορά που θα φωνάξεις στο παιδί, σκέψου σε ποιον φωνάζεις πραγματικά. Και θυμήσου ότι μπορεί να είναι ένα παιδί, αλλά έχει δικαιώματα στη ζωή.

Έχει δικαίωμα να ζήσει χωρίς φωνές, με αξιοπρέπεια, με αγάπη άνευ όρων, με αναγνώριση της μοναδικής του αξίας, και με πολλές αγκαλιές.

Έχει τα ίδια δικαιώματα μ’ εσένα.

 

***Το κείμενο το ‘γραψα πριν 2 χρόνια εδώ. Το θυμήθηκα πριν λίγες μέρες, που ενώ παίζαμε με τον Χρήστο πολύ όμορφα με πηλό, ξαφνικά του ‘βαλα τις φωνές γιατί είχα μιλήσει με έναν δικό μου άνθρωπο στο τηλέφωνο νωρίτερα κι είχα θυμώσει πολύ…***

Πώς είναι μια γυναίκα σε πένθος?

Κάθομαι κι αναρωτιέμαι πως είναι ένας άνθρωπος που πενθεί: Προσπαθώ να βγω απ’ το σώμα μου, και να με δω απ’ έξω, σαν παρατηρητής. Να δω ποια είμαι, να επαναπροσδιορίσω την ταυτότητά μου μετά το χαμό του δεύτερου παιδιού μου, που το καλοκαίρι, λίγο πριν μπω στον 8ο μήνα της εγκυμοσύνης μου, το γέννησα νεκρό.

Πώς είναι μια γυναίκα σε πένθος

Κι όταν το κάνω, όταν με παρατηρώ, εντοπίζω τόσα πολλά:

-Βλέπω μια γυναίκα που έχει ακόμα τα κιλά της εγκυμοσύνης, που οι γκρίζες της ρίζες μακραίνουν όλο και πιο πολύ, και που δεν έχει ρούχα να φοράει γιατί τίποτα δεν της κάνει

-Βλέπω μια γυναίκα που μαγειρεύει μέρα-νύχτα γιατί τώρα πια, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, δεν αντέχει να κάθεται

-Βλέπω μια γυναίκα που προσπαθεί να συνδεθεί με τις γυναίκες γύρω της, μέσα απ΄τα κοινωνικά δίκτυα, μέσα από μηνύματα, κι από καφέδες, κι αγκαλιές και σιωπές

-Βλέπω μια γυναίκα που προσπαθεί να γεμίσει τα κενά, που τώρα θα ‘ταν γεμάτα από πάνες, και κλάματα, και ξενύχτια και θηλασμούς

-Μια γυναίκα που προσπαθεί να δώσει νόημα σ’ αυτά τα κενά, μήπως και πλησιάσουν έστω και λίγο το αίσθημα του να κρατάς ένα παιδί στα χέρια σου. Κι έτσι κάνει τόσο ωραία πράγματα, προσφέρει, δημιουργεί, γράφει, ψήνει και πλάθει, κι αγκαλιάζει, κι αγγίζει…

-Αλλά βλέπω και μια γυναίκα που παρηγορεί τη θλίψη της από δω κι από ‘κει: σε ένα τσιγάρο, σε ένα γλυκό, σε ένα ποτό και σ’ ένα ποστ σαν κι αυτό

-Και τη βλέπω να βουρκώνει και να κλαίει πιο συχνά από πριν, σε άσχετες στιγμές, εκεί που κανείς, ούτε αυτή η ίδια, δεν το περιμένει

-Και βλέπω που ‘χει γαλήνη η ζωή της, αυτή τη γαλήνη που είχε το πεντάμορφο παιδί της όταν το αντίκρυσε για πρώτη και τελευταία φορά μετά τη γέννα.

Και τη βλέπω πιο συνειδητοποιημένη, πιο πλούσια, πιο φωτεινή και πιο σοφή από ποτέ.

Γιατί προχωρά παρέα με τα δυό της παιδιά, που το καθένα από τη θέση του της δείχνουν το δρόμο που αξίζει να ακολουθήσεις στη ζωή, αυτό το δρόμο που έψαχνε απεγνωσμένα, χρόνια τώρα.

Κι επιτέλους τον βρήκε.

Το παιδί θέλει τη μάνα του όσο η μάνα το παιδί

Έχω μιλήσει με πολλές μανάδες γύρω στα 60-70, εκεί στην ηλικία της δικής μου.

Και όλες μου λένε πάντα, με μια φωνή: «Μακάρι να είχα περισσότερο χρόνο με τα παιδιά μου όταν ήταν μικρά…».

Πέσανε με τα μούτρα στη δουλειά, με λαχτάρα, με όρεξη για δημιουργία, ερχόμενες από μικρά χωριά στη μεγάλη λαμπερή πόλη.

«Να φύγεις, να ζήσεις τη ζωή σου…», τους έλεγαν οι γονείς τους πίσω στο χωριό, οι δικοί μας παππούδες και γιαγιάδες.

Κι αυτές φεύγανε. Ανοίγαν τα φτερά τους σε έναν νέο κόσμο, με ψυγείο ηλεκτρικό και πλυντήριο γυαλιστερό, μακριά από τις κότες και τις κατσίκες.

Και παντρεύτηκαν, κι έκαναν παιδιά, εμάς.

Αλλά ήταν πολλή η δουλειά, και λίγος ο χρόνος.

Και τα παιδιά τους δεν τα έβλεπαν. Λίγο μόνο το πρωί, και μετά λίγο πάλι το βράδυ.

Το παιδί θέλει τη μάνα του όσο η μάνα το παιδί

Όμως τους λείπαν τα παιδιά τους.

Τους λείπαν κάθε στιγμή. Στο γραφείο, στο σούπερ-μάρκετ, στο δρόμο, στο λεωφορείο.

Πολλές φορές, τις περισσότερες, δεν καταλάβαιναν γιατί πονάει τόσο η καρδιά τους.

Νόμιζαν απ’ την κούραση, από το τρέξιμο το ασταμάτητο.

Αλλά δεν ήταν αυτό.

Ήταν η έλλειψη. Ήταν που δε χαρήκαν τα παιδιά τους όσο ήθελαν, που δε μεγάλωσαν μαζί.

Όσα χρόνια, όσοι αιώνες και χιλιετηρίδες κι αν περάσουν, το παιδί θέλει τη μάνα του όσο η μάνα το παιδί της.

Είναι μια ανάγκη ζωτική, μια σχέση που τροφοδοτεί εξίσου και τα δύο μέρη.

Ξέρω γυναίκες στην κλιμακτήριο που δεν κοιμούνται τα βράδια, που ξυπνάνε βουτηγμένες στο κλάμα, που σέρνονται μέσα στη μέρα.

Γιατί τους λείπουν τα παιδιά τους. Γιατί λαχταράνε να τα κρατήσουν στην αγκαλιά τους, γιατί δεν τα χόρτασαν.

Είμαι πολύ θυμωμένη με τη δυτική κοινωνία που δεν αφήνει τη γυναίκα να ζήσει κοντά στο παιδί της. Που την πιέζει να δουλέψει για τα λεφτά, που την κάνει να τρέχει όλη μέρα, χαμένη μες τα πολλά πρέπει και θέλω, χωρίς να ξέρει ποια είναι και τι θέλει πραγματικά.

Όταν γέννησα το παιδί μου σταμάτησα να δουλεύω στο επάγγελμά μου. Δεν ήταν εύκολη επιλογή, την πληρώνω ακόμα και σήμερα, 4 χρόνια μετά, γιατί στερούμαι πολλά. Αλλά έχω κερδίσει αλλού.

Δε λέω πως όλες οι γυναίκες πρέπει να σταματήσουν να δουλεύουν για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, όχι. Όλα έχουν τα συν και τα πλην τους, κι αυτά είναι διαφορετικά για την καθεμιά μας, και για την κάθε οικογένεια. Ξέρω γυναίκες που σταμάτησαν τη δουλειά τους και δυστύχησαν μόνες με το παιδί στο σπίτι, γιατί δεν μπόρεσαν να αντισταθμίσουν την έλλειψη παραγωγικότητας και δημιουργίας με κάτι άλλο. Γιατί η δουλειά στη γυναίκα δεν της δίνει μόνο χρήματα. Της δίνει και ανεξαρτησία, και αυτοπεποίθηση, και χαρά. Και βέβαια υπάρχουν δουλειές και δουλειές… Μεγάλο και πολυδιάστατο το θέμα της εργασίας, που δε χωρά να αναλυθεί σε αυτό το Post.

Όμως γεγονός είναι πως όταν ένα παιδί έρχεται στον κόσμο, έχει ανάγκη τη στοργή, το χρόνο και το δώσιμο τη μάνας, όσο τα έχει ανάγκη και η ίδια. Η μάνα δίνει στο παιδί τροφή και αγάπη, και το παιδί την γεμίζει όσο τίποτε άλλο στον κόσμο.

Ας γεμίσουμε λοιπόν, όσο περισσότερο μπορούμε. Το χρειαζόμαστε και τώρα, θα το χρειαστούμε και στο μέλλον…