Χρόνια κόπωση εγώ; Άντε καλέ!

Αφού πέρασα 2 μήνες άρρωστη, να κυλάω από ίωση σε ίωση και να ζω όλο το 24ωρο σε υποτονικούς ρυθμούς και μεγάλη κούραση, αποφάσισα επιτέλους να κάνω κάτι γι’ αυτό. Πήγα σε διατροφολόγο λοιπόν, η οποία αφού έκανε όλα τα απαραίτητα τεστ, μου είπε με απορία:

“Απορώ πως περπατάς ακόμα!”

Μου βρήκε χρόνια κόπωση, χιλιάδες τόνους συσσωρευμένου άγχους, ανοσοποιητικό στα πατώματα και διάφορα άλλα.

Ήξερα πως κάτι δεν πάει καλά, αλλά δεν τα περίμενα κι έτσι τα πράγματα.

Χρόνια κόπωση εγώ; Άντε καλέ!

“Υπερβολές… Εντάξει, το ξέρω, είμαι κουρασμένη, είμαι και αγχώδης, αλλά όχι και τόσο πια”, σκέφτηκα από μέσα μου.

Κι εκεί που υποβαλλόμουν σε ένα ακόμα τεστ από τη γιατρό, άρχισα να θυμάμαι:

  • Τη σκληρή εφηβεία με τις ατέλειωτες ώρες διαβάσματος, την παπαγαλία, τις 2 χρονιές Πανελληνίων που ακόμα βλέπω σαν εφιάλτη στον ύπνο μου
  • Τα φοιτητικά χρόνια με το ασταμάτητο διάβασμα που είχε η απαιτητική μου σχολή (Αρχιτεκτονική) και στο καπάκι μεταπτυχιακό
  • Τα εργοτάξια που αγάπησα πολύ, αλλά με άγχωναν ακόμη πιο πολύ
  • Τον ερχομό ενός παιδιού στο οποίο –πολύ σωστά- έπεσα με τα μούτρα μεν, αλλά ξέχασα τις δικές μου ανάγκες δε.

Ποτέ δε θυμάμαι να έκατσα. Από μικρό παιδί αγχώνομαι και τρέχω σαν το Βέγγο, να προλάβω όλα αυτά που μου λέει η κοινωνία και οι γύρω μου πως πρέπει να κάνω. Μου χτυπάνε το ντέφι κι εγώ χορεύω, μια πληγωμένη αρκούδα με ψεύτικο χαμόγελο. Και χρόνια τώρα νομίζω πως έτσι είναι η ζωή, να τρέχεις να προλάβεις, να μην κάθεσαι καθόλου.

Να τρέχεις για να βγάλεις λεφτά που ποτέ δεν τα χαίρεσαι, να κάνεις μια δουλειά που δε σ’ αρέσει, να μεγαλώνεις παιδιά μέσα στην τρέλα, να ζεις σαν ρομπότ.

Πριν λίγους μήνες άρχισα να καταλαβαίνω πως κάτι δεν πάει καλά. Το ένιωθα στο σώμα, το ψιθύριζε η ψυχή μου. Και τότε ευτυχώς, με τη βοήθεια των δικών μου ανθρώπων και με την απόφασή μου να δώσω χρόνο και αξία σε μένα, άκουσα πιο καθαρά τη δική μου φωνή. Και γι’ αυτό άρχισα Yoga, και γι’ αυτό αποφάσισα να πάω στη διατροφολόγο.

Φεύγοντας απ΄ το ιατρείο, φορτωμένη συμβουλές και συμπληρώματα και ανθοϊάματα, περπατούσα αργά.

Κι από τότε, αν με δεις στο δρόμο, θα με δεις να περπατάω μόνο αργά.

Να ζω σε slow motion.

Θα με δεις να κάνω αυτά που θέλω, κι όχι αυτά που πρέπει.

Θα με δεις να χαμογελάω, αλλά με ένα χαμόγελο πιο σίγουρο, πιο φωτεινό.

Δε θα με δεις να σιδερώνω, ούτε να τρέχω από δραστηριότητα σε δραστηριότητα.

Θα με δεις να κεντάω, να τρώω αργά, να ζω αληθινά.

Θα με δεις να εκτελώ λίγο, και να υπάρχω πολύ.

“’Έπαθες Burn out φιλενάδα, ευτυχώς που το πρόλαβες νωρίς!”, μου είπε μια φίλη μου προχτές.

Ναι, ευτυχώς, το πρόλαβα νωρίς.

Εσύ;

 

Με ένα απλό κόλπο ζω καθημερινά μες στη γαλήνη

Μικρό παιδί ήμουν, και θυμάμαι που σκεφτόμουν ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι η εσωτερική γαλήνη. Και σήμερα, στα 36 μου, αυτή είναι πλέον, μετά από πολλά σκαμπανεβάσματα, η προτεραιότητα στη ζωή μου: Να είμαι όσο το δυνατόν περισσότερο και πιο συχνά γαλήνια. Γιατί τότε είναι που είμαι σε άμεση επαφή με τον αληθινό μου εαυτό, τότε νιώθω ισορροπημένη και ικανή να δώσω τα δώρα μου στους ανθρώπους και στον κόσμο γύρω μου.

Με ένα απλό κόλπο ζω καθημερινά μες στη γαλήνη

Ωραία μας τα λες, θα μου πείτε. Αλλά πως το πετυχαίνεις αυτό, με τον τρόπο ζωής που ζούμε; Που τρέχουμε όλη μέρα, που πιεζόμαστε από παντού, που περνάμε δύσκολα και δε βλέπουμε φως στο τούνελ; Πως μπορούμε να αγγίξουμε τη γαλήνη, και να βρούμε την πολυπόθητη ισορροπία που τόσο μας λείπει, σε όλους μας;

Κι όμως, υπάρχει τρόπος, και μάλιστα απλός:

Να κάνεις ένα πράγμα τη φορά.

  • Ξεπλένεις μαρούλια για τη σαλάτα; Κάνεις μόνο αυτό, δεν μαγειρεύεις παράλληλα, ούτε μιλάς στο τηλέφωνο. Πλένεις τα μαρούλια, νιώθεις το τρεχούμενο νερό στα χέρια σου, την υφή από τα τρυφερά φύλλα. Και δε σκέφτεσαι τίποτε άλλο. Αδειάζεις το μυαλό, και το γεμίζεις μόνο με μαρούλια.
  • Οδηγείς; Κοιτάς τη διαδρομή και εστιάζεις μόνο στην οδήγηση. Δε μιλάς στο κινητό, δε σκέφτεσαι τα προβλήματά σου. Παρατηρείς το δρόμο και τα αυτοκίνητα, και μόνο αυτό. Δοκίμασε κιόλας να ξεκλέβεις  με προσοχή ματιές προς τα δέντρα και τον ουρανό: η ζωή είναι πολύ πιο όμορφη και σημαντική από τις κατασκευασμένες απ’ το μυαλό, και συχνά ανυπόστατες, ανησυχίες σου.
  • Δουλεύεις; Δε μιλάς σε 2 γραμμές παράλληλα, ούτε στήνεις 3 projects την ίδια στιγμή, ενώ έχεις και τα social media ανοιχτά να τα κρυφοκοιτάζεις. Εστιάζεις σε ένα πράγμα τη φορά. Έτσι είσαι και πιο αποδοτικός, αλλά και πιο ήρεμος και ισορροπημένος, ακόμα κι αν όλα και όλοι γύρω σου βαράνε κόκκινο.
  • Διαβάζεις παραμύθι στο μικρό σου παιδί; Είσαι εκεί και μόνο εκεί. Δε σκέφτεσαι το πλυντήριο που περιμένει να απλωθεί, ούτε τη δουλειά που πρέπει μετά να τελειώσεις στον υπολογιστή. Διαβάζεις την ιστορία, αγγίζεις απαλά το χαρτί, ακούς τις λέξεις, ενώ αγκαλιάζεις το παιδί σου και νιώθεις τα δυό κορμιά σας να ενώνονται ζεστά, μες στην αγάπη. Κι αυτό ακριβώς, το να είσαι εκεί 100%, είναι ό,τι πιο σημαντικό θα κάνεις ποτέ για το παιδί σου, αλλά και για κάθε άνθρωπο που θα βρεθεί στο δρόμο σου.

Δεν είναι εύκολο. Είναι μια άσκηση καθημερινή, που εγώ την κάνω εδώ και λίγο καιρό, αλλά έχω δει βελτίωση. Στην αρχή πιεζόμουν πολύ να μη σκέφτομαι τη δουλειά όταν είμαι με το παιδί, ή να μη σκέφτομαι τα ζόρια μου ενώ μαγείρευα. Όμως σιγά-σιγά, με μεθοδικότητα και επιμονή, άρχισα πια να αδειάζω το μυαλό μου πολύ πιο εύκολα και γρήγορα, με αποτέλεσμα να βιώνω τη ζωή μου πατώντας πάνω σε ένα στέρεο πέπλο γαλήνης και ηρεμίας.

Οι λίστες έχουν μικρύνει βέβαια, διεκπεραιώνω λιγότερα πράγματα απ’ ότι παλιότερα, αλλά αυτά που κάνω, τα κάνω συνειδητά, με ηρεμία και αγάπη. Και τα εύκολα, και τα δύσκολα. Κι έτσι η ζωή αποκτά άλλο νόημα, η γαλήνη που διακατέχει την ψυχή μου περνά και στο φαγητό, και στην οδήγηση, και στο παιδί μου, και στους γύρω μου.

Τι νόημα έχει να κάνεις πολλά, αν δεν είσαι σε σύνδεση με τον εαυτό σου; Αυτό σκέφτηκα μια μέρα, μπουχτισμένη από την πίεση της καθημερινότητας. Εκείνη η μέρα, λίγους μήνες πριν, ήταν η αρχή της καινούριας μου ζωής. Ήταν η δική μου στιγμή της επανένωσης με τον αληθινό μου εαυτό. Για τον καθένα μας αυτή η στιγμή είναι διαφορετική, και θα ‘ρθει όταν είναι η ώρα της να ‘ρθει.

Κι όταν έρθει αυτή η στιγμή, εύχομαι να ‘μαστε εκεί. Να μην την αγνοήσουμε μέσα στη βαβούρα της διεκπεραιωτικής καθημερινότητας που βαφτίσαμε ζωή.

Εύχομαι να αρπάξουμε αυτή τη μικρή στιγμή, και βήμα-βήμα να έρθουμε όλοι πιο κοντά και να ζήσουμε ουσιαστικά.

Για να φέρουμε στην επιφάνεια τους αληθινούς μας εαυτούς, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, και να αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο.

Τι θ’ απογίνουμε χωρίς δουλειές;

Έχω κρυώσει. Πάλι. Δεύτερη φορά μέσα στο Σεπτέμβριο.

Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορώ να κάνω όσα πράγματα πρέπει να γίνουν.

Κάποιες δουλειές θα μείνουν πίσω, ή θα αναβληθούν επ’ αόριστον.

Έτσι λοιπόν χτες το βράδυ, αφού πονούσε όλο μου το σώμα, αποφάσισα να μην κάνω τίποτα.

Διέγραψα τις τελευταίες εκκρεμότητες από τη λίστα της ημέρας, κι έκατσα στον καναπέ.

«Και τώρα τι; Τι θ’ απογίνω χωρίς δουλειές;», σκέφτηκα, κι ένιωσα λίγο άβολα.

Αν δεν κάνω κάτι, τι είμαι; Ποια είμαι;

Τι θ’ απογίνουμε χωρίς δουλειές;

Μες στη μέρα όλο με κάτι ασχολούμαι, όλο και κάτι σκέφτομαι.

Δεν υπάρχουν κενά στη σκέψη, δεν υπάρχουν κενά στη δράση.

Τόσα πράγματα πρέπει να γίνουν, και χιλιάδες σκέψεις περιμένουν ανυπόμονα να γεμίσουν το μυαλό μου.

Κανένα κενό. Καμιά σιωπή.

Έτσι είμαστε όλοι, τόσο πολύ απασχολημένοι.

Δε μας αφήνει η ζωή να πάρουμε ανάσα.

Αλλά και να μπορούσαμε να πάρουμε ανάσα, δεν ξέρουμε πώς να το κάνουμε: Το έχουμε πια ξεχάσει.

Κάθισα στην άκρη του καναπέ μου.

«Τι να κάνω; Να πάρω ένα βιβλίο. Αλλά πόση ώρα να το διαβάσω; Μήπως να βάλω εκείνο το πλυντήριο; Δεν θα κουραστώ πολύ».

Έχουμε γίνει ένα με τις δουλειές, τόσο που δεν μπορούμε να ησυχάσουμε ούτε λεπτό μακριά τους.

Δεν μπορούμε να φανταστούμε τον εαυτό μας σε αδράνεια.

Φταίνε κι ο μανάδες μας που κάνανε τα ίδια.

Φταίει κι η κοινωνία που το ‘χει για κακό να κάθεσαι.

Φταίμε κι εμείς όμως, που χάσαμε το δρόμο μας, κι αφήσαμε άλλα και άλλους να μας ορίζουν.

Δεν σηκώθηκα να βάλω το πλυντήριο. Πίεσα τον εαυτό μου, έκλεισα τηλέφωνα και υπολογιστή, ξάπλωσα και πήρα ένα περιοδικό με συνταγές.

Αφού το ξεκοκάλισα –ευτυχώς που λόγω του κρυώματος δεν είχα όρεξη γιατί θα σηκωνόμουν να φάω όλο το σπίτι με αυτά που είδα-, μετά χαλάρωσα και προσπάθησα να αδειάσω το μυαλό μου εστιάζοντας σε ένα σταθερό σημείο το βλέμμα μου.

Για 2 ώρες διάβαζα ένα περιοδικό και κοιτούσα το κενό.

Για 2 ώρες δεν έκανα τίποτα.

Ή μήπως έκανα τα πάντα;