Μην κλαις, του είπαν. Και τότε το μικρό παιδί…

«Μην κλαις», του είπαν.

Και το μικρό παιδί σταμάτησε να κλαίει.

Πάτησε το κουμπί που κλείνει τα δάκρυα, και στάθηκε σιωπηλό.

Με τη λύπη του να ριζώνει μέσα του βαθιά.

Το άκουσε πολλές φορές αυτό το «Μην κλαις».

Ώσπου ξέχασε πως είναι να κλαις.

Και μεγάλωσε.

Κι όποτε πονούσε, ή θυμόταν τους ανθρώπους που φύγαν από κοντά του, σώπαινε.

Και μελαγχολούσε, και σκοτείνιαζε το βλέμμα.

Αλλά ούτε ένα δάκρυ.

Είχε ξεχάσει να κλαίει, δεν ήξερε πώς, δεν έμαθε ποτέ.

Κι ο πόνος ρίζωνε όλο και πιο βαθιά.

Γιατί τα δάκρυα απαλύνουν τον πόνο, τον μικραίνουν: Τα δάκρυα λυτρώνουν.

Μην κλαις, του είπαν. Και τότε το μικρό παιδί...

Αλλά δεν μάθαμε να κλαίμε, δε μας αφήσανε.

Κι έτσι τριγυρνάμε στη ζωή, όπως αυτό το μικρό παιδί, λυπημένοι, αλλά χωρίς δάκρυα.

Εγώ παλεύω να βρω τον τρόπο να μάθω να κλαίω, να μην καταπιέζομαι, να μην ντρέπομαι, να μην πνίγω τα δάκρυά μου, όπου βρεθώ, όποτε κι αν μου ‘ρθει, να τ’ αφήνω να κυλήσουν. Όσα θέλουν, για όσο θέλουν.

Κι αυτό προσπαθώ να κάνω και με το παιδί μου. Όταν κλαίει, το παρηγορώ, του σκουπίζω τα δάκρυα, αλλά το αφήνω να κλάψει.

Για να μάθει να κλαίει.

Γιατί το κλάμα το χρειαζόμαστε όλοι μας.

Το χρειάζεται το σώμα, το χρειάζεται η ψυχή μας.

Το κλάμα είναι μια αγκαλιά. Που δίνουμε εμείς στον εαυτό μας.

Είναι παρηγοριά και λύτρωση.

Ζωή χωρίς κλάμα δεν υπάρχει.

Ας δώσουμε στον εαυτό μας και στα παιδιά μας ένα μεγάλο δώρο:

Ας μάθουμε να κλαίμε.

Κι ας ξαναγεννηθούμε κλαίγοντας. Όπως τότε, όταν βγήκαμε απ’ την κοιλιά της μάνας μας.