Μου αρέσει να αγγίζω τους ανθρώπους

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μου γνωρίσματα είναι ότι αγγίζω πολύ τους ανθρώπους.

Τους ακουμπάω όσο περισσότερο μπορώ και όποτε μου δίνεται η ευκαιρία. Αγκαλιάζω, αγγίζω τα χέρια, τα μπράτσα, την πλάτη, ακόμα και το πρόσωπο. Είναι κάτι που το κάνω χρόνια τώρα, και το απολαμβάνω, γιατί με αυτόν τον τρόπο μεταφέρω και εκφράζω τα συναισθήματά μου χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιήσω λόγια, που πολλές φορές δεν ταιριάζουν σε όλες τις περιστάσεις, ή πολύ απλά δε μου βγαίνουν.

Και πόση ευτυχία νιώθω όταν συναντώ ανθρώπους που ανταποκρίνονται στο άγγιγμα, στην αγκαλιά, ειδικά σε αυτή την αγκαλιά που χώνεσαι μέσα στον άλλον για ώρα, που δεν κρατάει μόνο λίγα δευτερόλεπτα, αλλά παραπάνω, αυτό το παραπάνω που αφήνει το χώρο να ανταλλαχθούν συναισθήματα βαθιά, συναισθήματα που δεν τολμούν να βγουν παραέξω λόγω του καθωσπρεπισμού και των τύπων με τους οποίους μάθαμε να ζούμε.

Μου αρέσει να αγγίζω τους ανθρώπους

Και καλά με τις γυναίκες, είναι κάπως πιο εύκολα τα πράγματα. Δέχονται με σχετική άνεση το άγγιγμα, αν όχι όλες, οι περισσότερες. Αλλά οι άντρες; Τι γίνεται σ’ αυτή την περίπτωση;

Με τους άντρες είναι πιο δύσκολο. Το κάνω και εκεί, αλλά δε με παίρνει πάντα. Γιατί οι άντρες δεν τα ‘χουν και πολύ καλά με το άγγιγμα, με την έκφραση των βαθιών συναισθημάτων τους γενικότερα.

Πέτυχα προχτές στην παιδική χαρά έναν νεαρό μπαμπά, να φωνάζει στο μικρό του γιο που έκλαιγε: «Γιατί κάνεις σαν κορίτσι ρε;».

Μαγκώθηκα, μελαγχόλησα. Νάτη η ταμπέλα, νάτο το στερεότυπο με το οποίο μεγαλώνουν οι άντρες από τα γεννοφάσκια τους: Να μην κλαίνε, να μην αγγίζουν, να μην αγκαλιάζονται.

Μου αρέσει να αγγίζω τους ανθρώπους

Ανέβασε πριν λίγες μέρες μια φίλη στο Facebook αυτό το πολύ καλό άρθρo με τίτλο: “Πως η έλλειψη αγγίγματος καταστρέφει τους άντρες”. Κι ενώ το διάβαζα, έφτασα σε μια φωτογραφία όπου δύο άντρες αγκαλιάζονται. Κι όταν την είδα, αυθόρμητα το μυαλό μου σκέφτηκε πως αυτοί οι δύο άντρες είναι gay.

Και συγκλονίστηκα με το πόσο πολύ έχουν ριζώσει μέσα μας τέτοια στερεότυπα.

Έχω γνωρίσει άντρες σκληρούς, άντρες πληγωμένους, που εκφράζουν τον πόνο της ψυχής τους μόνο με φωνές, και θυμό και οργή.

Γιατί δεν αγκαλιάστηκαν πολύ, γιατί δεν έκλαψαν πολύ, γιατί δεν άγγιξαν πολύ.

Το άγγιγμα στην κοινωνία μας έχει μέσα του κάτι το πονηρό, κάτι το κακό.

Έχει συνδεθεί με το σεξ, με τη λαγνεία, με την παιδεραστία. Με το φόβο.

Μόνο με αυτά.

Κρίμα δεν είναι;

Μου αρέσει να αγγίζω τους ανθρώπους

Ενώ το άγγιγμα είναι έκφραση, είναι συναίσθημα, είναι θεραπεία.

Από ‘κει ξεκινάς.

Κι όχι από το φόβο.

Λατρεύω να αγγίζω τους ανθρώπους, και μακάρι να μπορούσα να το κάνω με περισσότερη άνεση, και πιο συχνά. Μακάρι να μου αφήνανε το περιθώριο οι αναστολές και οι ντροπές… Και οι δικές μου, και των άλλων.

Όμως βελτιώνομαι όλο και πιο πολύ. Γιατί βλέπω πόσο καλό μας κάνει το άγγιγμα, σε όλους.

Μας μαλακώνει τη σκληράδα, μας φέρνει πιο κοντά. Μας γιατρεύει.

Και μας απελευθερώνει.

 

Τη μέρα που ούρλιαζα μες στο αμάξι

Πριν μερικούς μήνες συνάντησα τυχαία στο δρόμο έναν φίλο μου που αγαπώ πολύ κι είχα καιρό να δω. Αφού αγκαλιαστήκαμε και ανταλλάξαμε τηλέφωνα και λόγια ζεστά, μπήκα στο αυτοκίνητο να γυρίσω σπίτι.

Ήμουν μόνη μου στο αμάξι, και τόσο, μα τόσο χαρούμενη από αυτή τη συνάντηση, που ένιωθα την καρδιά μου έτοιμη να σπάσει.

Δεν ήξερα τι να κάνω με όλα αυτά τα έντονα συναισθήματα. Καθισμένη μέσα στο αμάξι, ακινητοποιημένη στην κίνηση, ένιωθα πραγματικά εγκλωβισμένη. Πού να διοχετεύσω τη χαρά μου; Να τρέξω δεν μπορώ, να χορέψω δεν μπορώ, αχ τι θα μπορούσα να κάνω;

Τη μέρα που ούρλιαζα μες στο αμάξι

Κι έτσι ξαφνικά, το βρήκα: Θα ανοίξω το στόμα μου, κι ό,τι βγει! Θα αφήσω τη φωνή μου βγάλει προς τα έξω ό,τι νιώθει η ψυχή μου, να βγάλει έξω τη χαρά που ‘ναι κλεισμένη μες στο κορμί μου.

Άνοιξα λοιπόν το στόμα μου διάπλατα, αφέθηκα, και το άφησα να πει και να βγάλει ό,τι ένιωθε, ό,τι ήθελε.

Κι άρχισα να ουρλιάζω. Άναρθρες κραυγές έβγαιναν από μέσα μου, ήχοι πρωτάκουστοι για μένα, ήχοι πρωτόγονοι. Τους άκουγα για πρώτη φορά.

Δεν δείλιασα, συνέχισα. Ένιωθα πως θέλω κι άλλο, πολύ ακόμα.

Κι άλλα ουρλιαχτά, κι άλλες φωνές που δε μοιάζανε δικές μου άρχισαν να γεμίζουν το χώρο γύρω μου.

Δεν μπορούσα να σταματήσω γιατί ήταν πολλές οι φωνές που είχαν εγκλωβιστεί μέσα μου, για χρόνια.

Και τότε κατάλαβα.

Δε φώναζα μόνο απ’ τη χαρά μου που είδα τον φίλο μου μετά από καιρό.

Αυτή ήταν η πρώτη φωνή. Που έδωσε το χέρι της στις επόμενες να βγουν, αυτές που σιωπούσαν μέσα μου για χρόνια.

Κι έτσι άκουσα το ουρλιαχτό της χαράς όταν γέννησα που ντρεπόμουν τότε τον γιατρό μου και τους νοσοκόμους και το ‘κλεισα μέσα μου.

Άκουσα και το ουρλιαχτό του θυμού μου για τα λάθη άλλων που με πλήγωσαν βαθιά.

Μετά άκουσα και το ουρλιαχτό της εξάντλησης από το μεγάλωμα ενός παιδιού που χρειάζεται τόσα πολλά κι εγώ δεν έχω πάντα να τα δώσω.

Και τέλος άκουσα και το ουρλιαχτό του ενθουσιασμού που δεν ήταν δικό μου, αλλά ήταν του κορμιού μου που το έκανε για να με ευχαριστήσει γιατί επιτέλους το ξαλάφρωσα.

Πόσα συναισθήματα χώνουμε μέσα μας, από μικρά παιδιά, γιατί δεν είναι πρέπον να φωνάζουμε, δεν είναι πρέπον να ουρλιάζουμε, ή να χοροπηδάμε σαν κατσίκια.

Έχω υπάρξει πολύ ντροπαλή για χρόνια, και κάνω αγώνα τον τελευταίο καιρό να γίνω πιο αυθόρμητη, πιο αληθινή, πιο αυθεντική.

Παλεύω να αφεθώ, όπου και όποτε μπορώ, για να με γνωρίσω καλύτερα, αλλά και για να έρθω σε πιο ουσιαστική επαφή με τους ανθρώπους γύρω μου.

Οι φωνές, τα ουρλιαχτά στο αυτοκίνητο μετά από λίγο σταμάτησαν. Και όσο κι αν μοιάζει περίεργο, ενώ άδειασα τόσα πολλά από μέσα μου, ένιωθα πιο γεμάτη και πιο πλήρης από ποτέ.

Συνέχισα να οδηγώ. Μα ο δρόμος μπροστά μου δεν ήταν δρόμος πια, αλλά ένα ποτάμι.

Κι εγώ κολυμπούσα μέσα του, απελευθερωμένη. Πανευτυχής.

Μην κλαις, του είπαν. Και τότε το μικρό παιδί…

«Μην κλαις», του είπαν.

Και το μικρό παιδί σταμάτησε να κλαίει.

Πάτησε το κουμπί που κλείνει τα δάκρυα, και στάθηκε σιωπηλό.

Με τη λύπη του να ριζώνει μέσα του βαθιά.

Το άκουσε πολλές φορές αυτό το «Μην κλαις».

Ώσπου ξέχασε πως είναι να κλαις.

Και μεγάλωσε.

Κι όποτε πονούσε, ή θυμόταν τους ανθρώπους που φύγαν από κοντά του, σώπαινε.

Και μελαγχολούσε, και σκοτείνιαζε το βλέμμα.

Αλλά ούτε ένα δάκρυ.

Είχε ξεχάσει να κλαίει, δεν ήξερε πώς, δεν έμαθε ποτέ.

Κι ο πόνος ρίζωνε όλο και πιο βαθιά.

Γιατί τα δάκρυα απαλύνουν τον πόνο, τον μικραίνουν: Τα δάκρυα λυτρώνουν.

Μην κλαις, του είπαν. Και τότε το μικρό παιδί...

Αλλά δεν μάθαμε να κλαίμε, δε μας αφήσανε.

Κι έτσι τριγυρνάμε στη ζωή, όπως αυτό το μικρό παιδί, λυπημένοι, αλλά χωρίς δάκρυα.

Εγώ παλεύω να βρω τον τρόπο να μάθω να κλαίω, να μην καταπιέζομαι, να μην ντρέπομαι, να μην πνίγω τα δάκρυά μου, όπου βρεθώ, όποτε κι αν μου ‘ρθει, να τ’ αφήνω να κυλήσουν. Όσα θέλουν, για όσο θέλουν.

Κι αυτό προσπαθώ να κάνω και με το παιδί μου. Όταν κλαίει, το παρηγορώ, του σκουπίζω τα δάκρυα, αλλά το αφήνω να κλάψει.

Για να μάθει να κλαίει.

Γιατί το κλάμα το χρειαζόμαστε όλοι μας.

Το χρειάζεται το σώμα, το χρειάζεται η ψυχή μας.

Το κλάμα είναι μια αγκαλιά. Που δίνουμε εμείς στον εαυτό μας.

Είναι παρηγοριά και λύτρωση.

Ζωή χωρίς κλάμα δεν υπάρχει.

Ας δώσουμε στον εαυτό μας και στα παιδιά μας ένα μεγάλο δώρο:

Ας μάθουμε να κλαίμε.

Κι ας ξαναγεννηθούμε κλαίγοντας. Όπως τότε, όταν βγήκαμε απ’ την κοιλιά της μάνας μας.