Όχι πια δίαιτα. Μόνο αγάπη!

Μετά τον Αύγουστο που έχασα το δεύτερο παιδί μου, το σώμα μου έχει αλλάξει.

Τα κιλά της εγκυμοσύνης, η πλαδαρότητα, η κοιλιά είναι ακόμα εδώ. Μετά την πρώτη μου γέννα τα είχα χάσει όλα γρήγορα, αλλά αυτή τη φορά όχι.

Λες και το σώμα μου αρνείται να αφήσει την ανάμνηση του παιδιού αυτού.

Αχ, αλλά εγώ παλεύω όλους αυτούς τους μήνες να δεχτώ ξανά αυτό το σώμα.

Που το αγαπώ και το ευγνωμονώ για όλα όσα έχει καταφέρει, για το πόσο δύσκολα πέρασε στον τοκετό, και πως συνεχίζει υπέροχο και υγιές να με κρατάει στη ζωή.

Το αγαπώ. Αλλά δεν μπορώ να το αποδεχτώ.

Κοιτάζω τα πόδια μου στον καθρέφτη, και δεν τα αναγνωρίζω.

Είχα για χρόνια συμφιλιωθεί με πιο αδύνατα πόδια, και πιο λεπτή μέση, και τώρα δυσκολεύομαι να κοιτάξω κατάματα την πραγματικότητα.

Και δυσκολεύομαι γιατί νιώθω και άσχημα που δεν μπορώ να αποδεχτώ λίγα κιλά παραπάνω, ενώ πέρασα τόσα πολλά.

Νιώθω άσχημα που ενώ αγαπάω τόσο πολύ, και πονάω για το χαμένο μου παιδί, δεν μπορώ να συμφιλιωθώ με το σώμα που το κουβάλησε 7 μήνες.

Με την κοιλιά αυτή που κουβάλησε με θάρρος και δύναμη, και ζωή και θάνατο.

Όχι πια δίαιτα. Μόνο αγάπη!

Απ’ τον Αύγουστο λοιπόν φοράω τα ίδια και τα ίδια: τα λίγα ελάχιστα ρούχα που μου κάνουν, και μερικά ακόμα που αγόρασα με βαριά καρδιά. Κι έχω έξω απ’ την ντουλάπα μου τα παλιά μου παντελόνια, πάνω σε ένα έπιπλο ακουμπισμένα, και τα κοιτάζω κάθε μέρα, με την ελπίδα πως σύντομα θα τα ξαναφορέσω.

Πριν λίγες μέρες θυμήθηκα αυτό που είχα γράψει πριν καιρό.

Το διάβασα, και συγκινήθηκα, γιατί κάποτε είχα συμφιλιωθεί με το σώμα μου.

Και θυμήθηκα μέσα απ’ αυτό το Post ότι κάποτε το αγκάλιαζα. Και με τη σκέψη αυτή, όταν μπήκα στο ντους μετά από λίγες ώρες, δοκίμασα να το αγκαλιάσω ξανά.

Με σαπουνάδες στα χέρια, αγκάλιασα στήθος, κοιλιά, χέρια, πόδια, ψιθυρίζοντας «σ’ αγαπώ». Άφησα τα χέρια μου να γλιστρήσουν παντού, σε κάθε σπιθαμή του κορμιού μου, με προσήλωση και συγκίνηση.

Το έκανα για λίγα λεπτά, συνειδητά.

Κι από τότε το κάνω κάθε μέρα, εδώ και τρεις εβδομάδες.

Κι έτσι έφτασα στο σήμερα.

Σήμερα που φόρεσα το καινούριο μου το παντελόνι, το Large, που αγόρασα προχτές.

Ένα παντελόνι μαλακό, ζεστό, που δε με πιέζει, και με κάνει να νιώθω ανάλαφρη και όμορφη.

Έφτασα στο σήμερα, που κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι πως αυτό το σώμα, είναι το σώμα που κουβάλησε 2 παιδιά, που πενθεί κι αυτό μαζί με μένα, που δεν μπορεί και δε θέλει να αλλάξει ακόμα.

Είναι το καινούριο μου σώμα, το σώμα της απώλειας, το σώμα της νέας μου ζωής, το σώμα της σοφίας και της γνώσης. Το σώμα μου είναι εγώ, είναι τα 37 μου χρόνια και ό,τι έχω ζήσει μέχρι τώρα.

Το αγκαλιάζω σε κάθε ντους, του φοράω ρούχα μαλακά και ζεστά, και το αγγίζω γεμάτη ευγνωμοσύνη για ό,τι έχει φέρει, για ό,τι μου έχει προσφέρει.

Δε θέλω να αδυνατίσω. Η μάλλον δε με νοιάζει. Αποφάσισα την ενέργεια που θα έδινα σε μία δίαιτα, να την δώσω στο να αγαπήσω ξανά το σώμα μου, όπως κι αν είναι.

Γιατί η δίαιτα είναι κάτι το επιφανειακό και το πρόσκαιρο, ενώ η αγάπη για το σώμα μου είναι κάτι βαθύ, που κρατά για μια ζωή.

Αυτό που θέλω είναι να αποδεχτώ το σώμα μου, ακόμα και στα δύσκολα. Να αποδεχτώ εμένα, και επιτέλους να μη θέλω να με διορθώνω διαρκώς.

Για λίγο, για όσο μπορώ, ας αφεθώ σε αυτό που μου συμβαίνει, χωρίς κριτική και χωρίς διάθεση αλλαγής.

Νομίζω πως το κατάφερα. Είμαι σίγουρα πολύ κοντά.

Τα παντελόνια που δε μου κάνουν, τα καταχώνιασα βαθιά μες στην ντουλάπα, μέχρι να βρω που θα τα χαρίσω.

Δε γυρίζω πίσω πια. Εδώ που είμαι, με αυτά που έχω, με αυτό το σώμα και αυτή την καρδιά, θα πορευτώ από ‘δω κι εμπρός.

Έχω το σώμα που μου έδωσε το δεύτερο παιδί μου.

Κι είναι το σοφότερο, και το ομορφότερο σώμα που είχα ποτέ.

Οι δημόσιες υπηρεσίες, η Αποδοχή και…Καλές Γιορτές!

Την τελευταία εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα, αυτή που διανύουμε τώρα δηλαδή, έχω πάντα πολλά τρεχάματα. Όχι πως δεν έχω τον άλλον καιρό, αλλά σ’ αυτή την εβδομάδα χώνω όσα περισσότερα μπορώ, για να ξεκουραστώ την επόμενη και για να ξεκινήσω τη νέα χρονιά με όσο λιγότερες υποχρεώσεις μπορώ.

Με αυτές τις ψευδαισθήσεις λοιπόν, ότι οι δουλειές αν τις στριμώξεις μειώνονται, κι ότι η νέα χρονιά θα είναι πιο ελαφριά, διανύω τη ζωή μου εδώ και μέρες, εδώ και χρόνια.

Οι δημόσιες υπηρεσίες, η Αποδοχή και…Καλές Γιορτές!

Τον τελευταίο μήνα μεταξύ άλλων, έχω καταταλαιπωρηθεί ξεροσταλιάζοντας σε δημόσιες υπηρεσίες για να διευθετήσω διάφορα θέματά μου. Και προχτές που επιτέλους ξεμπέρδεψα, χαρούμενη κάθομαι στον καναπέ κι εκεί που εξηγούσα στο Γιώργο με ενθουσιασμό ότι τα τέλειωσα και τι έκανα, μου επισημαίνει ένα λάθος.

Ένα λάθος που έκανα σε μία αίτηση.

Κι έτσι πρέπει να ξαναπάω. Δεν ξεμπέρδεψα τελικά.

Και μόλις το συνειδητοποιώ, μπήγω κάτι κλάματα…

Με πιάνει μια απελπισία, ένα παράπονο, γιατί δεν ήθελα να ξαναπάω, γιατί κουράστηκα, ήθελα να τελειώσω, όχι, δεν άντεχα άλλο.

Μάταια να προσπαθεί ο Γιώργος να με ηρεμήσει, εγώ εκεί, να τρέχουν τα δάκρυα βροχή.

Κι από τη μια εκεί που έκλαιγα σκεφτόμουν ότι είμαι υπερβολική, ότι οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ και το ξέρω, ότι δε χρειάζεται να το παίρνω τόσο βαριά.

Κι απ’ την άλλη ένιωθα να θέλω να ανοίξει μια τρύπα και να με καταπιεί, και να μη βγω ποτέ πια ξανά στο φως, να ησυχάσω από όλα, να ηρεμήσω, να μείνω αθόρυβη κι ακίνητη.

Και μετά θύμωνα με τον εαυτό μου που μεγαλοποιώ τόσο ένα γεγονός σαν κι αυτό, έλεγα, εντάξει, θα ξαναπάς μια μέρα, όποτε μπορέσεις, να ακυρώσεις την αίτηση, δεν πειράζει, ας είναι από τη νέα χρονιά, δεν έγινε και τίποτα, κάτσε τώρα, πως κάνεις έτσι.

Αλλά βέβαια δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν κι όλα τα άλλα μαζί, οι ατέλειωτες καθημερινές λίστες με αυτά που πρέπει να γίνουν, που όλο μεγαλώνουν και ποτέ δε μικραίνουν, και η ανάγκη μου να τα ελέγχω όλα και να μην αφήνομαι, να ξεχάσω και κάτι βρε αδερφέ, έλεος, δε θα σε κακοχαρακτηρίσει κανείς.

Και μετά πάλι νευρίασα που έκανα το λάθος, που βιαστικά συμπλήρωσα την αίτηση κι έγραψα εκείνη τη λέξη. Βιαστικά, για να ξεμπερδεύω. Αλλά τι να λέμε…Αν δεν πάω να ζήσω στο βουνό, αποκομμένη απ’ όλους και απ’ όλα, δεν ξεμπερδεύεις ποτέ μ’ αυτά…

Κι εκεί που έκλαιγα, σκεφτόμουν ότι έχω και τα δώρα, πότε θα προλάβω να τα ετοιμάσω, κι είναι και η γιορτή του σχολείου που έχει τρέξιμο –είμαι και Πρόεδρος του ΔΣ πανάθεμά με-, κι απ’ το Γενάρη έχω και πολύ διάβασμα –καινούρια ξεκινήματα…-, και τι ρούχα να βάλω που είναι όλα άπλυτα και όπως έχω ξαναπεί δε μου χωράει ακόμα τίποτα απ’ τα παλιά, και με το μαγείρεμα τι θα γίνει? Ωχ και το Σούπερ Μάρκετ? Κι έχω να πάρω και δώρο για το πάρτυ…

Ε ναι, έκανα το κλασικό λάθος που κάνουμε όλοι μας, να τα σκέφτομαι όλα μαζί.

Τον τελευταίο χρόνο μου συνέβησαν τόσα πολλά. Ήταν αδιαμφισβήτητα η πιο σημαντική και δύσκολη χρονιά της ζωής μου. Κι έχω αλλάξει, το βλέπω, πολύ. Αλλά έχω ακόμα δρόμο.

Κι αυτός ο δρόμος έχει και πισωγυρίσματα, έχει και κλάματα, και απογοητεύσεις, και δεύτερες σκέψεις ,και τρικλοποδιές κι απ’ όλα.

Κι εκεί που νομίζεις ότι κάτι το ‘χεις λύσει, κι έχεις προχωρήσει μπροστά, νάτο τσουπ σου ξαναεμφανίζεται και σου χαλάει την εικόνα που είχες φτιάξει για τον εαυτό σου.

Αλλά η αλήθεια είναι, κάτι που το ξέρω καλά κι ας μην το καταφέρνω πάντα, πως ό,τι εικόνα κι αν έχουμε για τον εαυτό μας δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση.

Γιατί η μόνη αλήθεια που υπάρχει είναι το Τώρα, είναι η κάθε μικρή στιγμή της μέρας, και το πώς την αντιμετωπίζεις.

Και η μεγαλύτερη λέξη της χρονιάς που τελειώνει, είναι η Αποδοχή.

Αποδέχομαι τη στιγμή όπως είναι.

Αποδέχομαι τον εαυτό μου που έγραψε τη λάθος λέξη στην αίτηση.

Αποδέχομαι το κλάμα μου, τα στραβά μου και τα παράπονά μου.

Αποδέχομαι τη διαδρομή που επέλεξε να κάνει το γλυκό μου, το δεύτερό μου το παιδί.

Αποδέχομαι τον Χρήστο μου και τότε, μόνο τότε του επιτρέπω να υπάρχει.

Αποδέχομαι τον σύντροφό μου και τον αγκαλιάζω ακόμη και στις πιο σκοτεινές του στιγμές. Όπως κάνει και αυτός.

Αποδέχομαι, δεν κριτικάρω, δεν κοντράρω, κατανοώ, συμπαρίσταμαι, αγκαλιάζω τη Μαρία.

Που την κοιτάζω στον καθρέφτη και δεν την αναγνωρίζω πια.

Είναι μια καινούρια ύπαρξη, που τώρα αρχίζω να την μαθαίνω.

Και ναι, έχω πολύ δρόμο ακόμα.

Αλλά κι αυτόν τον αποδέχομαι, ό,τι κι αν φέρει.

Προσμένω με χαρά τα Χριστούγεννα, που θα με ενώσουν με αγαπημένα πρόσωπα, και που για λίγες μέρες θα με απαλλάξουν από τις λίστες μου.

Προσμένω και αποδέχομαι το σώμα μου, τον πόνο μου, και καμαρώνω τη χαρά, τη δύναμη και τις ευαισθησίες μου.

Θα ξαναπάω στην υπηρεσία, κι ό,τι γίνει. Θα προσπαθήσω να διορθώσω το λάθος, θα πάρω κι έναν χριστουγεννιάτικο καφέ στο χέρι, κι αν δεν ξεμπερδέψω κι αυτή τη φορά, ο νέος  χρόνος έχει κοτζάμ 365 μέρες… και μέσα σ’ αυτές χωράνε και υπηρεσίες, και πλυντήρια, και γέλια, και εκδρομές, και χουζουρέματα, και δύσκολα πρωινά ξυπνήματα, και κρασιά, και αγκαλιές, και τραγούδια κι απ’ όλα…

Όμως τώρα είναι Χριστούγεννα.

Ώρα να χαλαρώσεις και να απολαύσεις Μαρία… Το αξίζεις αυτή τη χρονιά, περισσότερο από ποτέ.

Καλές και Χαρούμενες Γιορτές να ‘χουμε, όλοι!

 

Πάρτε στα σοβαρά τις μικρές απώλειες

«Πάρτε στα σοβαρά τις μικρές απώλειες», γράφει ο R. Neimeyer στο βιβλίο του «Ν’ αγαπάς και να χάνεις». Έπεσα πάνω σ’ αυτή τη φράση και μου άρεσε πολύ, γιατί οι μικρές απώλειες σε προετοιμάζουν για τις μεγάλες, σε εξασκούν, ενώ παράλληλα σε συνδέουν με τα αληθινά σου συναισθήματα, που χάνονται μέσα στη ροή της καθημερινότητας.

Θυμήθηκα χτες αυτή την ατάκα, εκεί που έκανα γιόγκα, κι είχα κλειστά τα μάτια και ξαφνικά μπροστά μου είδα το πατρικό μου. Τους καναπέδες, τα δωμάτια, τις σκιές και τα σκοτάδια, τα ντουλάπια και τις μικρές γωνιές. Και μ’ έπιασε μια θλίψη βαθιά, κι άρχισαν τα δάκρυα να τρέχουν γοργά, γιατί οι γονείς μου το νοίκιασαν, κι εγώ δεν πρόλαβα να του πω γεια.

Είχα κάνει πριν καιρό εκεί έναν αποχαιρετισμό στην παιδική μου ηλικία, αλλά το ίδιο το σπίτι δεν πίστευα ποτέ πως θα το έχανα. Και τώρα, που είναι βαμμένο κι έτοιμο να υποδεχτεί τους νέους του κατοίκους, που τα έπιπλα δεν είναι πια εκεί, που είναι ένα άλλο σπίτι, κι όχι το παιδικό μου, πονάω που το έχασα. Και που δεν το χαιρέτησα, ενώ πολλές φορές σκέφτηκα να πάω να το δω όπως ήταν, για μια τελευταία φορά. Αλλά δεν πήγα. Δε βρήκα  τη δύναμη.

Πάρτε στα σοβαρά τις μικρές απώλειες

Στο σπίτι μου το τωρινό, ο Άγιος Βασίλης ο πλαστικός μου θυμίζει πάντα τα δικά μου παιδικά Χριστούγεννα. Και τον έχει κι ο Χρήστος τώρα πια, και μέσα απ’ αυτόν ενώνονται για λίγο οι παιδικές μας ηλικίες, και γινόμαστε ίδιοι μαμά και γιος, και γινόμαστε για λίγο ένα.

Τον έβγαλα φωτογραφία συγκινημένη, και τον ακούω να μου λέει: «Το σπίτι σου το παιδικό είναι πάντα εδώ, μες στο καινούριο σου το σπίτι, και μέσα στην καρδιά σου. Δε βάφτηκε, δεν άδειασε, όχι, δε μένουν άλλοι, λάθος. Το σπίτι σου το κουβαλάς παντού, είσαι εσύ, μαζί με άλλα πολλά, είσαι και αυτό. Μην το αποχαιρετάς, γιατί δεν έφυγε ποτέ».

Χαμογελώ και τον ευχαριστώ τον παιδικό μου τον Άγιο Βασίλη που με καθησυχάζει. Αλλά η ψυχή μου άλλα μου λέει. Της λείπει πολύ εκείνο το σπίτι, ίσως της λείπουν κι αυτά που δεν έζησε εκεί, ή κι αυτά που θα ήθελε να ζήσει αλλιώς. Και σίγουρα της λείπει και η αγαπημένη μου Γιωργή…

Στο καλό αγαπημένο μου, μελαγχολικό μου σπίτι. Εγώ νιώθω πως έφυγες για πάντα. Και πονάω πολύ, γιατί ξέρω πως δε σε χόρτασα. Ίσως θα ‘θελα να ‘σαι πάντα εκεί, το καταφύγιό μου στα δύσκολα, στα ζόρια μου και στις δειλίες μου, να χώνομαι μέσα σου, να κλείνω πατζούρια και να μη βλέπω κανέναν.

Αλλά δεν υπάρχεις πια.

Κι εγώ πρέπει τώρα να μεγαλώσω για τα καλά.

← Newer posts

Older posts →