Πώς να βοηθήσεις μια γυναίκα μετά από αποβολή

Από τότε που έγινα βοηθός περιγεννητικού πένθους, συχνά δέχομαι ερωτήσεις σχετικές με το τι μπορείς να κάνεις για να βοηθήσεις μια γυναίκα που έχει βιώσει απώλεια εγκυμοσύνης ή νεογνική απώλεια. Τριγυρνώντας λοιπόν προχτές στο ίντερνετ, έπεσα πάνω σε ένα γράμμα που έγραψε η Christine Beauchaine εδώ. H Christine μετά την αποβολή της σκέφτηκε να γράψει ένα γράμμα σε φίλους και συγγενείς, για να τους πει τι χρειάζεται, και σε τι θα μπορούσαν να την βοηθήσουν στη δύσκολη αυτή περίοδο της ζωής της.

Tο γράμμα δίνει καλές κατευθύνσεις σε κάποιον που θέλει να βοηθήσει μια γυναίκα ή ένα ζευγάρι που βιώνει μια τέτοια απώλεια, και γι’ αυτό σκέφτηκα να το μεταφράσω.

Να λοιπόν τι λέει το γράμμα:

«Καλέ μου φίλε,

Κάποια στιγμή θα με ρωτήσεις αν υπάρχει κάτι που μπορείς να κάνεις για μένα. Θα σου απαντήσω ότι ναι, θα σκεφτώ και θα σου πω, αλλά ειλικρινά, μπορεί να είμαι τόσο συγκλονισμένη που δε θα ξέρω τι να ζητήσω. Μπορεί να υπάρχουν δεκάδες τρόποι για να βοηθήσεις, αλλά πολύ πιθανόν το μυαλό μου να έχει κολλήσει και να μην μπορώ να σου ζητήσω τίποτα. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορείς ή δε θα έπρεπε να με βοηθήσεις. Ούτε ότι δεν θέλω. Γιατί στην πραγματικότητα θα θέλω, θα θέλω πολύ.

Μπορείς λοιπόν να με βοηθήσεις αναγνωρίζοντας την απώλειά μου. Δεν έχασα μόνο ένα μωρό, αλλά και τις ελπίδες και τα όνειρά μου, και το κοινό μας μέλλον. Μπορεί να μην έχω χειροπιαστή απόδειξη της απώλειας, όπως έναν τάφο, αλλά η απώλειά μου είναι πολύ, πολύ πραγματική.

Μπορείς να με βοηθήσεις κατανοώντας ότι δεν θα το ξεπεράσω ποτέ, παρόλο που κάποια στιγμή θα το αποδεχτώ και θα μάθω να ζω μαζί με την απώλεια.

Πώς να βοηθήσεις μια γυναίκα μετά από αποβολή

Μπορείς να με βοηθήσεις κρατώντας το χέρι μου, λέγοντάς μου ότι λυπάσαι ή απλά να κάτσεις δίπλα μου χωρίς να πεις τίποτα απολύτως. Μπορείς να βοηθήσεις αφήνοντάς με να μιλήσω (ή όχι), ακόμα κι αν οι λεπτομέρειες της αφήγησής μου (ή η σιωπή) σε κάνουν να νιώθεις άβολα.

Μπορείς να με βοηθήσεις αν δεν μου πεις φράσεις όπως: «Θα προσπαθήσεις ξανά», «Δεν ήταν καν μωρό ακόμα», «Ήταν θέλημα Θεού» ή ότι πρέπει να εστιάσω στα παιδιά που ήδη έχω, αν έχω.

Ένα από τα πιο άδικα πράγματα στο πένθος μπορεί να είναι ότι η γη συνεχίζει να γυρίζει και μετά την απώλεια. Θα χρειάζομαι και πάλι να αγοράσω γάλα, να μαγειρέψω, να επιστρέψω βιβλία στη βιβλιοθήκη και να βγάλω βόλτα το σκύλο. Μπορείς να με βοηθήσεις προσφερόμενος να κάνεις κάτι από όλα αυτά. Μην περιμένεις να στο ζητήσω. Το κεφάλι μου γυρίζει ακόμα…Σε παρακαλώ, ρώτησέ με: «Χρειάζεσαι κάτι από το σούπερ μάρκετ? Από το φαρμακείο

Και φέρε μου λαζάνια. Μην σκεφτείς μήπως δε μου αρέσουν. Φέρτα έτσι κι αλλιώς.

Στείλε μου μια κάρτα. Πολλοί μπορεί να μου στείλουν την πρώτη εβδομάδα. Στείλε μου μία μετά από έναν μήνα, έτσι θα ξέρω ότι δεν είμαι η μόνη που δεν έχω ξεχάσει.

Μπορείς να με βοηθήσεις αν δε με αποφεύγεις, γιατί σου φαίνεται άβολο όλο αυτό, ή γιατί δεν ξέρεις τι ή πώς να το πεις, ή γιατί νομίζεις ότι θα προτιμούσα να μείνω μόνη μου με τη θλίψη μου.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να με βοηθήσεις. Μπορεί απλά να μην μπορώ να τους βάλω σε λόγια, όταν με ρωτήσεις.»

Οι άνθρωποι που βιώνουν περιγεννητικό πένθος (απώλεια εγκυμοσύνης, νεογνική απώλεια, προωρότητα, υπογονιμότητα) θέλουν να είσαι δίπλα τους και να τους δέχεσαι όπως είναι, την κάθε στιγμή.

Και ναι, να τους μαγειρεύεις και λαζάνια, κι ας μην είναι και τόσο πετυχημένα: Εσύ φέρτα έτσι κι αλλιώς.

Η ζωγραφιά που μου άλλαξε τη μέρα

Ξύπνησα κουρασμένη, φορτωμένη, με σώμα βαρύ. Κι εκεί που τριγυρνούσα σαν ζόμπι, μου ‘ρθε, μετά από χρόνια, ξαφνικά, να ζωγραφίσω. Διάλεξα τα λαδοπαστέλ, που έχουν γεμάτο και ζωντανό αποτέλεσμα. Πήρα ένα κουτάκι του γιού μου, και πήρα και κάτι παλιά, δικά μου, που ανακάλυψα με ενθουσιασμό πριν από καιρό, στο πατρικό μου.

Ξεκίνησα με τα παλιά. Πιάνω ένα κίτρινο, το ακουμπάω στο χαρτί, σίγουρη ότι θα έχω ένα λείο και γρήγορο αποτέλεσμα. Αλλά διαψεύστηκα τόσο απότομα…Το λαδοπαστέλ είχε ξεραθεί μετά από τόσα χρόνια, και με κόπο κατάφερα να τραβήξω μερικές γραμμές, που βγήκαν τόσο άγριες. «Μας ξέχασες τόσον καιρό. Μας καταχώνιασες σε μια γωνιά και έφυγες», έμοιασαν να μου λένε. «Τι περίμενες? Να ‘ναι όλα όπως παλιά?».

Μαγκωμένη, έπιασα αμέσως ένα του γιου μου. Πόσο συμπαγές και λείο αποτέλεσμα! Συνέχισα με ορμή να διαλέγω χρώματα, πάντα απ’ τα καινούρια, να κάνω ό,τι μου κατέβει – αυτός ήταν ο σκοπός μου άλλωστε: Να αφεθώ στη διαδικασία, να αφήσω τα χέρια μου να βγάλουν συναισθήματα τα ένα μετά το άλλο, το ένα πάνω στο άλλο, σ’ ένα λευκό χαρτί που είναι έτοιμο να δεχτεί ό,τι κι αν του δώσω.

Μετά από λίγο ξαναδοκίμασα τα παλιά λαδοπαστέλ. Πήρα ένα κόκκινο αυτή τη φορά. Το πίεσα με δύναμη στο χαρτί, ζόρισα λίγο παραπάνω το χέρι μου, αλλά κάτι βγήκε. Κάτι πιο συμπαγές, κάτι πιο ταιριαστό σε μένα. Συνέχισα, δεν το εγκατέλειψα. Έκανα κι άλλες γραμμές, κι ας δυσκολευόμουν, κι ας έβρισκα αντίσταση απ’ τη σκληράδα των πολλών ετών.

Και τότε άρχισα να ζωγραφίζω με όλα, καινούρια και παλιά. Στο κάθε χρώμα, στην κάθε υφή, έβγαινε και κάτι άλλο από μέσα μου. Παλιές και νέες αναμνήσεις, παλιά και νέα συναισθήματα συναντήθηκαν, ακούμπησαν το ένα το άλλο, κι εγώ να μη θέλω να σταματήσω να ζωγραφίζω.

Η ζωγραφιά που μου άλλαξε τη μέρα

Ένα Α4 ζωγράφισα, και ενώ ξέρω πως δεν είναι και τίποτα σπουδαίο, στα μάτια μου φαντάζει τόσο όμορφο, που κάθομαι και το χαζεύω για ώρα, αδιάκοπα.

Γιατί εκφράστηκα και μαλάκωσα. Μέσα σε λίγα μόλις λεπτά.

Δοκιμάστε το. Με παλιά, με καινούρια λαδοπαστέλ, με ξυλομπογιές, με τέμπερες…

Με μόνο όριο το χαρτί, ή ακόμα ούτε αυτό, γιατί όχι?, ας αφεθούμε.

Νιώθω ήδη το σώμα μου πιο ανάλαφρο, και την ψυχή μου πιο ήσυχη.

Είναι γιατί και τα δύο, σώμα και ψυχή, έβγαλαν πολλά στο χαρτί, και τώρα ξεκουράζονται, γιατρεύονται.

Και μαζί τους ξεκουράζομαι, και γιατρεύομαι κι εγώ.

Πριν ξαναφωνάξεις στο παιδί, διάβασε αυτό

Πας στη δουλειά το πρωί, και το αφεντικό σου σε ταπεινώνει μπροστά σ’ όλους τους συνεργάτες σου. Κι εσύ δε λες τίποτα, την έχεις τόσο ανάγκη αυτή τη δουλειά.

Μιλάς με τη μάνα σου στο τηλέφωνο, και αρχίζει πάλι να σου λέει για τα λάθη σου, και πως ποτέ δεν την άκουσες, κι αν την άκουγες όλα τώρα θα ‘ταν μια χαρά. Κι εσύ της απαντάς ένα βιαστικό «έχεις δίκιο» για να την κλείσεις όσο γίνεται πιο γρήγορα.

Γυρνάς στο σπίτι, κι ο άντρας σου αρχίζει και γκρινιάζει γιατί πάλι δεν έχει να φάει κάτι της προκοπής, και ψάχνει τόση ώρα και τις κάλτσες του και δεν τις βρίσκει. Κι εσύ τον ακούς, αλλά είσαι τόσο κουρασμένη για να απαντήσεις και να τσακωθείς.

Πριν ξαναφωνάξεις στο παιδί, διάβασε αυτό

Και μετά εμφανίζεται το παιδί. Το μικρό σου το παιδί, που δε σ’ έχει δει καθόλου όλη μέρα. Κι αρχίζει να χοροπηδά πάνω σου, και θέλει να παίξετε, και θέλει να σου δείξει και να σου πει όλα αυτά που έκανε, και από τη χαρά και την έντασή του πέφτει και γλιστράει, παίρνει κι ένα τραπεζάκι παρέα, και πάρ’ το κάτω και το βάζο της νονάς.

Και ξαφνικά το παιδί σου μεταμορφώνεται στο διευθυντή σου. Κι ακούει όλα αυτά που δεν είχες τα κότσια να του ξεστομίσεις το πρωί, που ποιος νομίζει ότι είναι που μπορεί να φέρεται έτσι χωρίς να υπολογίζει τον άλλον.

Ξαφνικά το παιδί σου γίνεται και η μάνα σου, κι ακούει όλα αυτά που θες τόσα χρόνια να της πεις, που σε έχει ζαλίσει με τα κηρύγματά της και δεν αντέχεις άλλο να την ακούς.

Και γίνεται κι ο άντρας σου, αυτός ο άντρας που άλλαξε τόσο πολύ τον τελευταίο καιρό κι είναι ανυπόφορος, κι απίστευτα κουραστικός, που δεν μπορείς ούτε να τον βλέπεις.

Το παιδί σου, ο σάκος του μποξ. Για όλα αυτά που δεν έχεις τολμήσει να πεις, για όλα αυτά που δεν μπορείς να αλλάξεις. Γιατί το παιδί είναι αδύναμο, είναι εύκολο να αναμετρηθείς με το παιδί, αλλά δύσκολο με τους ενήλικες και τα προβλήματά σου.

Και το παιδί σου, μαθαίνει να κουβαλά με υπομονή όλα σου τα βάρη, όλα σου τα ξεσπάσματα, είναι πάντα εκεί, έτοιμο να σε ξαλαφρώσει.

Γιατί σ’ αγαπάει πολύ. Και δίνει για σένα, ολάκερη την παιδική του ηλικία.

Την επόμενη φορά που θα φωνάξεις στο παιδί, σκέψου σε ποιον φωνάζεις πραγματικά. Και θυμήσου ότι μπορεί να είναι ένα παιδί, αλλά έχει δικαιώματα στη ζωή.

Έχει δικαίωμα να ζήσει χωρίς φωνές, με αξιοπρέπεια, με αγάπη άνευ όρων, με αναγνώριση της μοναδικής του αξίας, και με πολλές αγκαλιές.

Έχει τα ίδια δικαιώματα μ’ εσένα.

 

***Το κείμενο το ‘γραψα πριν 2 χρόνια εδώ. Το θυμήθηκα πριν λίγες μέρες, που ενώ παίζαμε με τον Χρήστο πολύ όμορφα με πηλό, ξαφνικά του ‘βαλα τις φωνές γιατί είχα μιλήσει με έναν δικό μου άνθρωπο στο τηλέφωνο νωρίτερα κι είχα θυμώσει πολύ…***